ἑνδεκάπηχυς

ἑνδεκᾰ-πηχυς, υ, gen. εος,
A eleven cubits long,

ἔγχος Il.6.319

;

δοκός IG11(2).161

D125 (iii B.C.);

διάστημα S.E.M.10.160

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ενδεκάπηχυς — ἑνδεκάπηχυς, υ (Α) αυτός που έχει μήκος ένδεκα πήχεων («ἔγχος ἑνδεκάπηχυ») …   Dictionary of Greek

  • ἑνδεκάπηχυ — ἑνδεκάπηχυς eleven cubits long masc voc sg ἑνδεκάπηχυς eleven cubits long neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνδεκάπηχυν — ἑνδεκάπηχυς eleven cubits long masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.